Το ερώτημα αν οι Έλληνες ζούσαν καλύτερα το 2019 από ό,τι το 2026 επανέρχεται με ένταση στον δημόσιο διάλογο. Ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζει ότι η κατάσταση των πολιτών ήταν καλύτερη όταν αποχώρησε από την κυβέρνηση. Ωστόσο, πέρα από τις πολιτικές αφηγήσεις, υπάρχει ένας ασφαλέστερος τρόπος να αξιολογηθεί η πορεία της χώρας: οι συγκρίσιμοι οικονομικοί δείκτες και κυρίως η θέση της Ελλάδας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν δύο αρκετά διαφορετικές περιόδους. Την περίοδο 2015-2018 ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ήταν μόλις 0,9%, έναντι 2,3% στην ΕΕ-27. Δηλαδή, την ώρα που η Ευρώπη αναπτυσσόταν, η Ελλάδα κινούνταν πολύ πιο αργά και έχανε έδαφος. Στην περίοδο 2019-2025 η εικόνα αντιστρέφεται: η Ελλάδα καταγράφει μέσο ρυθμό ανάπτυξης 1,9%, έναντι 1,3% στην ΕΕ. Από την τελευταία θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης περνά στη 12η.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Την περίοδο 2015-2018 αυξανόταν κατά μέσο όρο μόλις 1%, έναντι 1,8% στην ΕΕ. Στην περίοδο 2019-2024 η αύξηση φτάνει στο 3,5%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 1,4%. Η Ελλάδα ανεβαίνει έτσι από την 23η στην 5η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Η αλλαγή είναι ιδιαίτερα αισθητή και στην αγορά εργασίας. Τον Ιούνιο του 2019 η ανεργία βρισκόταν στο 17,3%, έναντι 6,7% στην ΕΕ. Τον Ιούλιο του 2026 έχει υποχωρήσει στο 7,9%, πλησιάζοντας σημαντικά το ευρωπαϊκό 6,1%. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος μειώνεται από το 183% του ΑΕΠ το 2019 στο 137% το 2026, ενώ οι τραπεζικές καταθέσεις των νοικοκυριών αυξάνονται από 116,7 δισ. ευρώ σε 156,4 δισ. ευρώ.

Βεβαίως, οι καλύτεροι μακροοικονομικοί δείκτες δεν σημαίνουν ότι έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα. Το υψηλό κόστος ζωής, η στέγαση, η αγοραστική δύναμη και οι ανισότητες εξακολουθούν να πιέζουν σημαντικό μέρος της κοινωνίας. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση, παρότι αυξήθηκε από το 77% στο 80% του μέσου όρου της ΕΕ, δείχνει ότι η απόσταση παραμένει. Το ίδιο και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, που από το 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2019 βρίσκεται στο 68% το 2025.
Η ουσία, επομένως, δεν είναι να εξιδανικεύσουμε το σήμερα. Είναι να αναγνωρίσουμε ότι η ελληνική οικονομία έχει περάσει από την απόκλιση στη σταδιακή σύγκλιση. Περισσότερες θέσεις εργασίας, υψηλότερα εισοδήματα, αυξημένες καταθέσεις και ταχύτερη ανάπτυξη δημιουργούν περισσότερες δυνατότητες για τους πολίτες και για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής.
Η πολιτική συζήτηση χρειάζεται μνήμη και μέτρο. Δεν πρέπει ούτε να νοσταλγούμε ένα παρελθόν που οι αριθμοί δεν επιβεβαιώνουν ούτε να αγνοούμε τις σημερινές δυσκολίες. Η Ελλάδα του 2026 βρίσκεται, με βάση τους βασικούς οικονομικούς δείκτες, πιο κοντά στην Ευρώπη από ό,τι το 2019. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς να συνεχιστεί η σύγκλιση, αλλά να επιταχυνθεί, ώστε η βελτίωση των αριθμών να μεταφράζεται όλο και περισσότερο σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας.







