Ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει η αντιπαράθεση Τουρκίας – Ισραήλ, με την ρητορική κορυφαίων Τούρκων αναλυτών, δημοσιογράφων και πρώην αξιωματούχων να γίνεται ολοένα και πιο επιθετική.
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στην Άγκυρα βρίσκονται τρεις άξονες: οι εξελίξεις στη Συρία, το πάγωμα του προγράμματος των F-35 και το κατά πόσο το ΝΑΤΟ θα κάλυπτε την Τουρκία σε μια υποθετική στρατιωτική σύγκρουση με το Ισραήλ.
Το ζήτημα των F-35 επανήλθε στις τουρκικές τηλεοπτικές συζητήσεις, παρά τα σενάρια που κατά καιρούς ακούγονται για μεταφορά των ρωσικών S-400 σε τρίτες χώρες όπως το Κατάρ ή τα ΗΑΕ. Τούρκοι σχολιαστές αποδίδουν το αδιέξοδο σε εξωτερικές πιέσεις. Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση της παρουσιάστριας Σιμγκέ Φιστίκογλου, η οποία υποστήριξε ότι η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα εμποδίζεται από το ισραηλινό λόμπι. Πρόκειται για εκτίμηση που δεν συνοδεύεται από τεκμήρια, καθώς η απόφαση των ΗΠΑ καθορίζεται πρωτίστως από το Κογκρέσο και από το ευρύτερο πλαίσιο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων μετά την προμήθεια των S-400.
Ιδιαίτερα υψηλούς τόνους υιοθέτησε ο πρώην σύμβουλος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, Γιασίν Ακτάι, μιλώντας στην αραβόφωνη εκπομπή Madar al-Ghad. Κατηγόρησε το Ισραήλ ότι η στρατηγική του στη Συρία δεν έχει αμυντικό χαρακτήρα, αλλά αποσκοπεί στη διατήρηση της αστάθειας και στον κατακερματισμό της χώρας. Σύμφωνα με τον Ακτάι, το Τελ Αβίβ δεν επιθυμεί ένα ενωμένο και σταθερό κράτος στα βόρεια σύνορά του.
Κάνοντας ειδική αναφορά στους Δρούζους της νότιας Συρίας και στις κουρδικές δυνάμεις ανατολικά του Ευφράτη, ισχυρίστηκε ότι το Ισραήλ ενισχύει τις συγκεκριμένες ομάδες για να εμποδίσει την επανένωση της συριακής επικράτειας. «Πιστεύει ότι όταν όλα γύρω του καίγονται, το ίδιο θα παραμείνει ασφαλές», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι οι επιχειρήσεις του Ισραήλ σε Συρία, Λίβανο και Γάζα θα αποδειχθούν μακροπρόθεσμα επιζήμιες. Οι δηλώσεις αυτές αποτελούν προσωπικές εκτιμήσεις και όχι επίσημη κυβερνητική θέση.
Τον μεγαλύτερο προβληματισμό προκάλεσαν τα σενάρια άμεσης σύγκρουσης. Με αφορμή ερώτηση προς τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε για το αν θα ενεργοποιηθεί το Άρθρο 5 σε μια τέτοια περίπτωση, ο Ρούτε απέφυγε την ευθεία απάντηση, εκτιμώντας ότι ο Τούρκος Πρόεδρος δεν θα επέτρεπε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Η τοποθέτηση ερμηνεύθηκε στην Τουρκία ως ένδειξη ότι η Συμμαχία ενδέχεται να μην παράσχει αυτόματη στήριξη, τροφοδοτώντας φωνές για επανεξέταση της εξάρτησης από τη Δύση και για αναζήτηση «πραγματικών συμμάχων».








