Σαφές μήνυμα προς την Τουρκία και τη Λιβύη έστειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, θέτοντας στο επίκεντρο της παρέμβασής του το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις επιπτώσεις του στη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός παρουσίασε χάρτη της επίμαχης συμφωνίας, αμφισβητώντας ευθέως τη συμβατότητά της με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι καμία διμερής συμφωνία δεν μπορεί να παρακάμπτει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών. Η παρέμβαση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ανοιχτής συζήτησης του Συμβουλίου Ασφαλείας, με αντικείμενο τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια.
Η επιλογή του πρωθυπουργού να αναδείξει το ζήτημα σε αυτό το διεθνές φόρουμ προσέδωσε ιδιαίτερη διπλωματική βαρύτητα στις ελληνικές θέσεις. Η Αθήνα επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι οι θαλάσσιες οριοθετήσεις δεν αποτελούν αποκλειστικά διμερή ζητήματα, όταν επηρεάζουν δικαιώματα άλλων χωρών.
«Η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί»
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το τουρκολιβυκό μνημόνιο παράνομο και αυθαίρετο, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
«Η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορούν να διαγραφούν με το να χαράσσονται αυθαίρετες γραμμές σε έναν χάρτη», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη γεωγραφική θέση των ελληνικών νησιών, τα οποία παρεμβάλλονται μεταξύ των τουρκικών και λιβυκών ακτών. Όπως υποστήριξε, η συμφωνία επιχειρεί να δημιουργήσει ένα τεχνητό θαλάσσιο σύνορο, παραγνωρίζοντας την παρουσία της Κρήτης και άλλων ελληνικών νησιών.
Ο πρωθυπουργός επισήμανε ότι δεν πρόκειται για ακατοίκητες βραχονησίδες, αλλά για περιοχές με σημαντικό πληθυσμό, ιστορική συνέχεια και οικονομική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την ελληνική θέση, η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να δικαιολογούν την επίμαχη οριοθέτηση. Αντίθετα, η Ελλάδα και η Λιβύη έχουν αντικείμενες ακτές και μπορούν να προχωρήσουν σε συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών.

Τα δικαιώματα των νησιών και η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου
Σημαντικό μέρος της παρέμβασης αφορούσε το νομικό καθεστώς των νησιών και τα δικαιώματά τους σε θαλάσσιες ζώνες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλέστηκε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, τονίζοντας ότι τα νησιά διαθέτουν δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, σύμφωνα με τις προβλέψεις της.
Η ελληνική επιχειρηματολογία στηρίζεται επίσης στην αρχή ότι μια συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί να καταργεί δικαιώματα τρίτου κράτους. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο, όπου παραμένουν ανοιχτά ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης και αξιοποίησης ενεργειακών πόρων.
Παρότι η ύπαρξη δικαιωμάτων των νησιών προβλέπεται από το Δίκαιο της Θάλασσας, η ακριβής επήρειά τους σε μια οριοθέτηση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες γεωγραφικές και νομικές συνθήκες. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε επίσης στην επικύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή, όπως την παρουσίασε στην ομιλία του, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να θεραπεύσει τις νομικές αδυναμίες της συμφωνίας.
Η γεωπολιτική διάσταση και τα στρατηγικά έργα στην Ανατολική Μεσόγειο
Πέρα από τη νομική επιχειρηματολογία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο με τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και περιφερειακής συνεργασίας. Προειδοποίησε ότι οι αμφισβητούμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μέσο παρεμπόδισης νόμιμων δραστηριοτήτων ή στρατηγικών έργων συνδεσιμότητας.
Η αναφορά αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος συγκεντρώνει αυξημένο ενδιαφέρον για ενεργειακές υποδομές, ηλεκτρικές διασυνδέσεις και επενδύσεις. Η αβεβαιότητα γύρω από τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες μπορεί να επηρεάσει τον σχεδιασμό τέτοιων έργων, να αυξήσει τους γεωπολιτικούς κινδύνους και να δυσχεράνει τη συνεργασία μεταξύ κρατών.
Για την ελληνική διπλωματία, η ανάδειξη του ζητήματος στον ΟΗΕ αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας διεθνοποίησης των ελληνικών θέσεων και ενίσχυσης της προσήλωσης στους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Η παρέμβαση του πρωθυπουργού δεν μεταβάλλει από μόνη της το νομικό καθεστώς της επίμαχης συμφωνίας. Ωστόσο, επαναφέρει τη διαφωνία στο ανώτατο επίπεδο της διεθνούς διπλωματίας.
Το ουσιαστικό διακύβευμα παραμένει η διαμόρφωση ενός σταθερού πλαισίου θαλάσσιας συνεργασίας, το οποίο θα σέβεται τα δικαιώματα των κρατών και θα περιορίζει τις εστίες έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο. Για την Αθήνα, το μήνυμα είναι σαφές: η γεωγραφία, το Διεθνές Δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορούν να παρακαμφθούν μέσω μονομερών θαλάσσιων διεκδικήσεων.







