Σε μια δύσκολη εξίσωση σχηματισμού κυβέρνησης εισέρχεται το Ισραήλ μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διατηρεί προβάδισμα έναντι του Γκάντι Άιζενκοτ, χωρίς όμως να εξασφαλίζει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με την καταμέτρηση σε εξέλιξη, η πρωτιά του Λικούντ δεν αρκεί για επιστροφή στην εξουσία με σταθερό συνασπισμό, ενώ ούτε η αντιπολίτευση διαθέτει εξασφαλισμένη διαδρομή προς τη διακυβέρνηση.
Με καταμετρημένο το 72,4%, το Λικούντ εμφανίζεται με 27 έδρες και το Yashar του Άιζενκοτ με 21. Το μπλοκ Νετανιάχου συγκεντρώνει 54 έδρες, έναντι 48 των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ενώ η Κοινή Λίστα και το Ra’am καταλαμβάνουν συνολικά 18. Το σταθερό στοιχείο παραμένει η απουσία εξασφαλισμένης πλειοψηφίας: κανένας από τους δύο διεκδικητές δεν μπορεί ακόμη να παρουσιάσει μια συμφωνημένη συμμαχία που να ελέγχει την Κνεσέτ
Ο Νετανιάχου επιδιώκει να μετατρέψει την εκλογική πρωτιά σε πρωτοβουλία σχηματισμού κυβέρνησης, προτάσσοντας τη συγκρότηση ισχυρού δεξιού συνασπισμού. Στην ομιλία του επικεντρώθηκε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και στην αντιμετώπιση της ιρανικής απειλής, συνδέοντας την πολιτική συνέχεια με την ασφάλεια. Ο Άιζενκοτ, αντίθετα, υποστήριξε ότι οι ψηφοφόροι αποδοκίμασαν την παραμονή του αντιπάλου του στην πρωθυπουργία και ζήτησε την αποχώρησή του.
Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον τα αραβικά κόμματα. Η κοινοβουλευτική τους δύναμη μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά τις εξελίξεις, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτόματη συμμετοχή σε κυβερνητικό συνασπισμό. Το στρατόπεδο Νετανιάχου αποκλείει τέτοια συνεργασία, ενώ και ο Άιζενκοτ έχει θέσει ισχυρούς περιορισμούς, δυσκολεύοντας τη δική του προσπάθεια να συγκεντρώσει την αναγκαία υποστήριξη.
Μία από τις πιθανότητες είναι η εξωτερική στήριξη κυβέρνησης μειοψηφίας ή η αποχή αραβικών κομμάτων κατά την ψηφοφορία συγκρότησής της. Ωστόσο, ένα τέτοιο σενάριο απαιτεί πολιτικές συνεννοήσεις που σήμερα δεν θεωρούνται δεδομένες. Η αριθμητική δυνατότητα ανατροπής του Νετανιάχου δεν ισοδυναμεί με κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα, ιδιαίτερα όταν οι δυνητικοί εταίροι διαφωνούν σε κρίσιμα ζητήματα.
Η συμμετοχή έφθασε το 77,7%, σύμφωνα με την Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες. Η αναμέτρηση ήταν η πρώτη μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν. Η ασφάλεια και η αξιολόγηση της κυβερνητικής ηγεσίας βρέθηκαν στον πυρήνα της εκλογικής αντιπαράθεσης.
Μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ θα πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις και θα αναθέσει την προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης στον υποψήφιο που θεωρείται πιθανότερο να πετύχει. Εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, παραμένει ανοιχτή η επιστροφή στις κάλπες, με τον Νετανιάχου να συνεχίζει στο μεταξύ ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η εκλογική πρωτιά και η κυβερνητική δυνατότητα παραμένουν δύο διαφορετικά ζητήματα. Για τον Νετανιάχου, ζητούμενο είναι να διευρύνει την υποστήριξή του πέρα από τον υφιστάμενο πυρήνα συμμάχων. Για τον Άιζενκοτ, να μετατρέψει την επιθυμία αλλαγής σε λειτουργική συνεργασία. Τα αραβικά κόμματα αποκτούν έτσι αυξημένο διαπραγματευτικό βάρος, αλλά η πραγματική επιρροή τους θα κριθεί από τις επιλογές όλων των πλευρών. Μέχρι τότε, κάθε αναφορά σε οριστικό νικητή θα προηγείται των γεγονότων και των συμφωνιών που απαιτούνται για τη συγκρότηση βιώσιμης κυβέρνησης.







