Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε μια ιδιότυπη μεταμόρφωση στο οικονομικό δόγμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, μια μετατόπιση που, αν τη βλέπαμε στη Λατινική Αμερική ή την Ανατολική Ασία, ίσως να τη θεωρούσαμε αυτονόητη. Στις ΗΠΑ όμως μοιάζει σχεδόν παράδοξη. Κι όμως, η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, επανακαθορίζει τα όρια ανάμεσα στη δεξιά ρητορική και τον κρατικό παρεμβατισμό, ανοίγοντας τον δρόμο σε κάτι που θα μπορούσε κανείς να περιγράψει χωρίς υπερβολή ως Ρεπουμπλικανικό Σοσιαλισμό.
Η σκέψη και μόνο ότι μια ρεπουμπλικανική κυβέρνηση θα αποκτούσε equity stakes ή δικαιώματα golden share σε ιδιωτικές εταιρείες θα ακουγόταν κάποτε εξωπραγματική. Ωστόσο, από τις αρχές του 2025 μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση Τραμπ έχει προχωρήσει σε παρεμβάσεις που θυμίζουν περισσότερο κράτη με έντονη κεντρική οικονομική καθοδήγηση. Η χρυσή μετοχή στην U.S. Steel, το σημαντικό ποσοστό στην Intel, οι κρατικές τοποθετήσεις σε εταιρείες εξόρυξης στρατηγικών μετάλλων και οι παρεμβάσεις σε επιχειρήσεις που συνδέονται με την πυρηνική ενέργεια συνθέτουν ένα σαφές μοτίβο. Και, βήμα το βήμα, αυτό το μοτίβο παγιώνεται ως νέο πρότυπο άσκησης πολιτικής.
Το εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά δεν παρουσιάζονται ως έκτακτες λύσεις ανάγκης, αλλά ως σταθερή επιλογή. Οι επίσημες δηλώσεις επαναλαμβάνουν αδιάκοπα πως πρόκειται για έναν τρόπο ενίσχυσης της αμερικανικής ισχύος και προστασίας της τεχνολογικής πρωτοπορίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτά τα μέτρα δεν πρόκειται να ανακληθούν μόλις καταλαγιάσει κάποια υποτιθέμενη κρίση, αλλά αντιθέτως αποτελούν μέρος ενός νέου μόνιμου πλαισίου.
Πίσω από αυτήν την αλλαγή κρύβεται μια λογική που ο Φρίντριχ Χάγιεκ είχε ήδη από το 1960 θεωρήσει προβληματική. Στο “The Constitution of Liberty” προειδοποιούσε ότι, ο οικονομικός εθνικισμός μπορεί εύκολα να λειτουργήσει ως γέφυρα προς πιο συλλογιστικές μορφές οργάνωσης, διότι όταν ένα έθνος αρχίζει να μιλά για «δικές του» βιομηχανίες και «δικούς του» πόρους, τότε το κράτος αποκτά φυσικό άλλοθι για να διεκδικήσει ρόλο διαχειριστή και τελικά ιδιοκτήτη τους. Η σημερινή αμερικανική συζήτηση ακολουθεί ακριβώς αυτήν τη διαδρομή. Mιλάει για κρίσιμες αλυσίδες παραγωγής ως εθνικά αγαθά και, από εκεί, δικαιολογεί τον κρατικό έλεγχο στο όνομα της εθνικής ασφάλειας.
Το πιο αξιοσημείωτο ίσως είναι ότι μεγάλο μέρος της Ρεπουμπλικανικής βάσης και πολλοί εκλεγμένοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ενεργά αυτή τη μετατόπιση. Ο προστατευτισμός έχει γίνει ιδεολογικός πυλώνας και η κρατική παρέμβαση παρουσιάζεται πλέον όχι ως απειλή, αλλά ως εργαλείο εθνικής ανάτασης. Όσο αυτό το μοντέλο ριζώνει, τόσο η διάκριση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την οικονομική δραστηριότητα γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη.
Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Όταν η κυβέρνηση γίνεται μέτοχος, οι εταιρικές αποφάσεις παύουν να καθοδηγούνται καθαρά από οικονομικά κριτήρια και αρχίζουν να λαμβάνονται με γνώμονα πολιτικούς στόχους. Ο κίνδυνος για αναποτελεσματικότητα, για αναστροφή επενδυτικών κινήτρων και για δημιουργία ενός οικοσυστήματος εξαρτημένου από την κυβερνητική εύνοια γίνεται ορατός. Και αυτό, μακροπρόθεσμα, δεν ενισχύει την ανταγωνιστικότητα, αλλά τη διαβρώνει.
Η σημερινή κατεύθυνση της αμερικανικής δεξιάς δεν μοιάζει με κάποια προσωρινή παρέκκλιση αλλά με μια βαθιά ιδεολογική μεταμόρφωση. Αν κάτι δικαιολογεί τον όρο Ρεπουμπλικανικός Σοσιαλισμός, είναι αυτή η απρόσμενη σύγκλιση συντηρητικής ρητορικής και ενεργού κρατικού παρεμβατισμού, που αλλάζει όχι μόνο το οικονομικό προφίλ των Ρεπουμπλικανών, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Αμερική αντιλαμβάνεται την οικονομική της ταυτότητα.








